Στην Ευρώπη το ένα τέταρτο των γεννήσεων προέρχεται από κύκλους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, ενώ στη χώρα μας ένα στα δέκα μωρά είναι αποτέλεσμα εξωσωματικής γονιμοποίησης. Αυτός ο αριθμός σταδιακά αυξάνεται, όπως και ο μέσος όρος ηλικίας στην οποία τα ζευγάρια προσπαθούν να αποκτήσουν παιδί. Έτσι είναι συνηθισμένα και εύλογα τα ερωτήματα των τελευταίων γύρω από την εξέλιξη μιας τέτοιας εγκυμοσύνης, τις πιθανές επιπλοκές της και την υγεία των μωρών που γεννιούνται.

 

Κύηση μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση και επιπλοκές

Είναι επιβεβαιωμένο ότι η κύηση μετά από IVF έχει περισσότερες πιθανές επιπλοκές από αυτή μετά από αυτόματη σύλληψη και αυτό οφείλεται στην ίδια τη διαδικασία, αλλά και στα χαρακτηριστικά των ζευγαριών. Ο κίνδυνος αιμορραγίας κατά τη διάρκεια κύησης είναι τετραπλάσιος, οι επιπλοκές από τον πλακούντα τριπλασιάζονται και οι εισαγωγές στην κλινική κατά τη διάρκεια της κύησης αυξάνονται.

Ο αριθμός των πρώτων καισαρικών τομών διπλασιάζεται και αυτό σχετίζεται με το ότι οι γυναίκες αυτές έχουν συνήθως περισσότερα χειρουργεία στη μήτρα για να φτάσουν να κυοφορήσουν και έτσι η καισαρική τομή είναι ο ενδεδειγμένος για αυτές τρόπος τοκετού. Τα μωρά με προωρότητα, αλλά και χαμηλό βάρος γέννησης διπλασιάζονται, κυρίως όταν η εμβρυομεταφορά γίνεται σε φρέσκους κύκλους.

Η ηλικία των γυναικών συχνά είναι αυξημένη, με αποτέλεσμα τη συχνότερη εμφάνιση υπέρτασης και διαβήτη στην κύηση, συχνότερες αποβολές λόγω χρωμοσωμικών ανωμαλιών των εμβρύων, στο οποίο παίζει ρόλο και η ηλικία του πατέρα, όταν είναι άνω των 50. Ανάλογα με το αίτιο της υπογονιμότητας, οι αναμενόμενες επιπλοκές είναι διαφορετικές. Οι γυναίκες με πολυκυστικές ωοθήκες έχουν αυξημένο κίνδυνο αποβολών πρώτου τριμήνου και ανάπτυξης διαβήτη κύησης, λόγω προϋπάρχουσας παθολογίας στον μεταβολισμό σακχάρου.

 

Διαφορετικές περιπτώσεις

Γυναίκες με ενδομητρίωση εμφανίζουν συνηθέστερα προβλήματα εμφύτευσης του πλακούντα χαμηλά στη μήτρα, επιπωματικό και επιχείλιο, που οδηγούν σε αιμορραγίες και υψηλές πιθανότητες εισαγωγών και καισαρικών, καθώς και αυξημένη νοσηρότητα. Σε περιπτώσεις κύησης μετά από χρήση ετερόλογων ωαρίων (αλλιώς γνωστό και ως δωρεά ωαρίων) η ανάπτυξη υπέρτασης και προεκλαμψίας διπλασιάζεται, ενώ σε δίδυμη κύηση με τον ίδιο τρόπο ο κίνδυνος αυτός είναι τρεισήμισι φορές μεγαλύτερος.

Φαίνεται λοιπόν ότι το αρχικό αίτιο για την επιπλοκή προηγείται σε κάποιες περιπτώσεις του IVF. Υπάρχουν, όμως, και αρκετές περιπτώσεις στις οποίες η ίδια η διαδικασία της εξωσωματικής επιδρά στην κύηση. Η μεταφορά εμβρύων μετά την ωοληψία πολλών ωαρίων, σε φρέσκο κύκλο, συσχετίζεται με διαταραχές στην εμφύτευση του πλακούντα, με αυξημένη προωρότητα και ελαττωμένο βάρος γέννησης νεογνών, γεγονότα που συνδέονται με το ενδομήτριο και την πλακουντοποίηση.

Αντίθετα, η μεταφορά κρυοσυντηρημένων εμβρύων οδηγεί σε νεογνά με αυξημένο βάρος γέννησης για την αντίστοιχη ηλικία κύησης. Επίσης, ενώ θεωρούνταν πως ο φυσικός κύκλος μπορεί να οδηγεί σε πιο υγιή μωρά, έχει αποδειχθεί μέσω του προεμφυτευτικού ελέγχου των εμβρύων ότι τα ενέσιμα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στην εξωσωματική και ο αυξημένος αριθμός ωαρίων σε μια προσπάθεια δεν σχετίζονται με αυξημένες πιθανότητες χρωμοσωμικών ανωμαλιών.

Τα ζευγάρια πρέπει να ενημερώνονται για όλες τις παραπάνω πιθανότητες, ώστε να φροντίζουν για τις καλύτερες συνθήκες του οργανισμού τους πριν ξεκινήσουν κάποια προσπάθεια υποβοήθησης.