Στις μέρες μας η χρήση σύγχρονων τεχνικών απεικόνισης έχει καταστήσει δυνατή μια πιο αντικειμενική, λεπτομερή και ελάχιστα (minimal invasive) επεμβατική εκτίμηση, τόσο της φυσιολογικής μήτρας και ενδομήτριας κοιλότητας όσο και των συγγενών ανωμαλιών αυτών.

Η εγκυρότητα παλαιότερων συστημάτων ταξινόμησης, τα οποία  χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα, όσον αφορά τις συγγενείς ανωμαλίες του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος, αποτέλεσε θέμα αμφισβήτησης από αρκετές επιστημονικές ομάδες. Ως εκ τούτου, το αποτέλεσμα ήταν η έκδοση νέων κατευθυντήριων οδηγιών (guidelines) που αφορούν τη διάγνωση, τη θεραπεία, και τη γενικότερη διαχείριση όχι μόνο των συγγενών ανωμαλιών της μήτρας, αλλά και του κόλπου και του τραχήλου, καθώς και συνδυασμού υποομάδων αυτών.

Λόγω του υψηλού επιπολασμού και των δυνητικών επιπτώσεων που μπορεί να έχουν στην αναπαραγωγική δυναμική και κατ’ επέκταση στη γονιμότητα των γυναικών, οι συγγενείς ανωμαλίες της μήτρας αποτελούν ένα πεδίο πρόκλησης στη διαδικασία λήψης θεραπευτικών αποφάσεων από το σύγχρονο γυναικολόγο. Μπορεί να είναι ασυμπτωματικές. Έχει αποδειχθεί όμως, ότι είναι δυνατόν να προκαλέσουν προβλήματα, τόσο στην επίτευξη της εγκυμοσύνης, όσο και στην ομαλή της εξέλιξη, καθώς αυξάνουν τον κίνδυνο αποβολής, πρόωρου τοκετού, ή ακόμα και τη γέννηση ολιγοβαρών νεογνών.

Οι συγγενείς ανωμαλίες του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος αποτελούν παρεκκλίσεις της φυσιολογικής ανατομίας ως αποτέλεσμα μη φυσιολογικής εμβρυολογικής ανάπτυξης των πόρων του Muller (Mullerian or Paramesonepric ducts), ή και των παραμεσονεφρικών πόρων. Αποτελούν μια μάλλον καλοήθη κατάσταση με ποσοστό επιπολασμού της τάξης του 4-7%. Παρόλα αυτά όμως, ανάλογα με τον τύπο και το βαθμό της ανατομικής διαταραχής, είναι δυνατόν να συνδέονται γενικότερα με προβλήματα υγείας, αλλά και αναπαραγωγής, όπως έχει ήδη αναφερθεί.

Οι βασικές ομάδες ανωμαλιών της μήτρας

Τα τελευταία χρόνια, και συγκεκριμένα από το 2013 εφαρμόζεται μια νέα προσέγγιση για την ταξινόμηση των  συγγενών ανωμαλιών, η οποία είναι αποτέλεσμα  έρευνας των επιστημονικών ομάδων της ESHRE/ESGE (European Society of Human Reproduction and Embryology)/(European Society of Gynecological Endoscopy).

Το νέο σύστημα περιλαμβάνει αρχικά, τις κύριες ομάδες, καθώς και τις υποομάδες των ανωμαλιών που αφορούν τη μήτρα, ενώ συγχρόνως περιλαμβάνει και συνυπάρχουσες ομάδες που αφορούν το φυσιολογικό τράχηλο και κόλπο και τις ανατομικές αποκλίσεις αυτών.

Ομάδα U0: Περιλαμβάνει όλες τις περιπτώσεις φυσιολογικής μήτρας.

Ομάδα U1: δυσμορφική μήτρα. Εδώ έχουμε τις 3 υποομάδες:

U1a ή T shaped uterus.

U1b  uterus infantilis (εφηβική μήτρα).

U1c περιλαμβάνει τις περιπτώσεις μικρών αποκλίσεων από το φυσιολογικό, όπως είναι μια κατάδυση στο επίπεδο του πυθμένα <50% του τοιχώματος της μήτρας.

Ομάδα U2: Septate uterus (διαφραγματοφόρος), καθώς και τις υποομάδες U2a partial septate uterus (φέρει μερικό διάφραγμα), και U2b complete septate uterus (πλήρες διάφραγμα).

Ομάδα U3: Μήτρα δύο σωμάτων, και οι υποομάδες U3a ή partial bicorporeal uterus, U3b complete bicorporeal uterus, U3c bicorporeal septate uterus.

Ομάδα U4:ήμι μήτρα (hemi uterus), η οποία ορίζεται ως η ετερόπλευρη ανάπτυξη της μήτρας, και οι υποομάδες U4a και U4b.

Ομάδα U5: απλαστική μήτρα, και τις υποομάδες U5a και U5b

Ομάδα U6: περιστατικά που δεν έχουν κατηγοριοποιηθεί έως σήμερα

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι παραπάνω κύριες κατηγορίες μπορούν να υποδιαιρεθούν περαιτέρω ανάλογα με την τις ανατομικές διαφοροποιήσεις.

Η ανατομία της μήτρας αποτελεί τη βάση του νέου συστήματος. Η εμβρυολογική προέλευση έχει υιοθετηθεί ως το δεύτερο κύριο χαρακτηριστικό για τον σχεδιασμό των κύριων κατηγοριών. Το σύστημα είναι ανοικτό για περαιτέρω ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένων επιπλέον υποδιαιρέσεων βασισμένων σε ανατομικές διαφοροπιήσεις του τραχήλου και του κόλπου προκειμένου να είναι πιο ολοκληρωμένο.

Η διάγνωση των ανωμαλιών της μήτρας βασίζεται σε μη επεμβατικές, αλλά και ελάχιστα επεμβατικές διαγνωστικές μεθόδους που μπορούν να καθορίσουν την ανατομία του γυναικείου γεννητικού συστήματος και να δίνουν μετρήσιμα και αντικειμενικά δεδομένα.

Οι σύγχρονες μέθοδοι διάγνωσης των ανωμαλιών της μήτρας

Σε αυτό το πλαίσιο οι διαθέσιμες διαγνωστικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εξέταση της ασθενούς είναι οι εξής:

  1. Γυναικολογική κλινική εξέταση και λήψη ατομικού ιστορικού, γυναικολογικού-μαιευτικού.
  2. Υπερηχογράφημα 2D και 3D.
  3. Υστεροσκόπηση / Λαπαροσκόπηση.
  4. Ύδροϋπερηχογραφία (Sonohysterography).
  5. Μαγνητική τομογραφία (MRI).  
  6. Υστεροσαλπιγγογραφία.

Η νέα κλινική προσέγγιση έχει σχεδιαστεί λαμβάνοντας υπ’ όψιν την εμπειρία που αποκτήθηκε από τη χρήση των διαθέσιμων συστημάτων ταξινόμησης και έχει σκοπό να είναι όσο το δυνατόν πιο απλή, σαφής και ακριβής. Ταυτόχρονα, τα χαρακτηριστικά της βελτιώνονται συνεχώς με τις νέες έρευνες που πραγματοποιούνται, και τα δεδομένα που συλλέγονται.

Τέλος, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η θεραπευτική / επεμβατική προσέγγιση των συγγενών ανωμαλιών δεν είναι απαραίτητη σε όλες τις περιπτώσεις. Η υστεροσκόπηση σε συνδυασμό με τη λαπαροσκόπηση μπορούν να οδηγήσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα της επίτευξης μιας εγκυμοσύνης και της γέννησης ενός υγιούς παιδιού. Πάντα όμως οφείλουμε να συνυπολογίζουμε, αν ο κίνδυνος μιας επεμβατικής διαδικασίας είναι μεγαλύτερος από το εκτιμώμενο όφελος.

Συγγενείς ανωμαλίες στη μήτρα: Τι είναι και πώς αντιμετωπίζονται;

INFO!

Γιώργος Κιούσης

Μαιευτήρας – Γυναικολόγος, Επιστημονικός Συνεργάτης FIVI Μονάδα Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής στο Ιατρικό Διαβαλκανικό Θεσσαλονίκης

*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Health More, τεύχος 9