Και μόνο στη θέα υγρού να εκκρίνεται από τη θηλή, οι γυναίκες βάζουν στο νου τους το χειρότερο δυνατό σενάριο, αυτό της κακοήθειας. Τις περισσότερες φορές όμως η εκροή υγρού από τη θηλή είναι μια καλοήθης κατάσταση, που οφείλεται στο ενδοπορικό θήλωμα ή στη διάταση των γαλακτοφόρων πόρων. Είναι δε ένα σύνηθες σύμπτωμα για τις γυναίκες στην αναπαραγωγική ηλικία, καθώς εκτιμάται ότι το ποσοστό που θα το βιώσει μπορεί να φτάσει έως και το 80%.

Το υγρό στη θηλή είναι συνήθως πηκτό, αλλά μπορεί να είναι και υδαρές. Επίσης μπορεί να έχει διαφορετικές χρώσεις, να είναι ορώδες, πράσινο, κίτρινο, καφέ ή να έχει αίμα.

 

Φυσιολογική και παθολογική

Η έκκριση υγρού από τη θηλή είναι δύο κατηγοριών: φυσιολογική και παθολογική. Στη μεν φυσιολογική το υγρό εκκρίνεται και από τις δύο θηλές μετά από πίεση των μαστών και μπορεί να αποδοθεί σε χρήση φαρμακευτικών ουσιών ή και σε ενδοκρινικές ανωμαλίες, το χρώμα του δε είναι γαλακτώδες.

Στη δε παθολογική, το υγρό εκκρίνεται στη μία θηλή, αυτόματα, χωρίς καμία πίεση και μπορεί να είναι και αιματηρό, ενώ η αιτία είναι συνήθως το ενδοπορικό θήλωμα, ένα ογκίδιο στους πόρους πίσω από τη θηλή, που είναι τις περισσότερες φορές καλοήθες. Το θήλωμα αυτό μπορεί να αναπτύξει φλεγμονή, δημιουργώντας πρόβλημα, και τότε το έκκριμα γίνεται αιματηρό ή παχύρευστο και πυώδες.

Υπάρχουν όμως και άλλοι «ένοχοι» για την παθολογική έκκριση υγρού από τη θηλή, όπως η περιπορική μαστίτιδα, η εκτασία των γαλακτοφόρων πόρων, κυρίως σε γυναίκες στην εμμηνόπαυση, αλλά και οι ινοκυστικές αλλοιώσεις, με βασικά χαρακτηριστικά το ινώδες στρώμα και τις μικρές κύστεις.

Ο καρκίνος αποτελεί αίτιο μόνο για το 5-10% των περιπτώσεων όπου η έκκριση θηλής είναι παθολογική, ενώ η έκκριση υγρού από τη θηλή απαντάται ως μοναδικό σύμπτωμα της κακοήθειας μόλις στο 1-2% των ασθενών.

Σε κάθε περίπτωση, εφόσον μια γυναίκα εντοπίσει υγρό στη θηλή, πρέπει να επισκεφθεί τον γιατρό της, ώστε με τις κατάλληλες εξετάσεις και με κυτταρολογικό έλεγχο να αποκλειστεί η κακοήθεια.