Ο όρος  «Χρόνια Προστατίτιδα» περικλείει μια πλειάδα συνδρόμων που εκλύονται λόγω φλεγμονής του προστάτη αδένα, αλλά σχετίζονται στενά και με δυσλειτουργικά φαινόμενα των ανατομικών δομών που συγκροτούν το «πυελικό έδαφος». Καθώς σε ένα σημαντικό ποσοστό των ασθενών τα συμπτώματα είναι πολύ ελαφρά έως ανύπαρκτα, η ανακάλυψη της νόσου πιθανόν να είναι τυχαία και στο πλαίσιο διερεύνησης που διενεργείται για άλλους λόγους π.χ. λόγω στυτικής δυσλειτουργίας ή υπογονιμότητας.

Νέες θεραπείες με στόχο την απενεργοποίηση  εκλυτικών σημείων πόνου μυοσκελετικής προέλευσης (trigger points) έχουν αρχίσει διεθνώς να κερδίζουν ευνοϊκή αποδοχή παρουσιάζοντας ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Ένα τέτοιο θεραπευτικό πρωτόκολλο είναι το λεγόμενο πρωτόκολλο Stanford ή Wise-Anderson.

 

Συμπτώματα

Όπως αναφέρει ο χειρουργός Ουρολόγος – Ανδρολόγος Ιωάννης Ζούμπος, η Χρόνια Προστατίτιδα μπορεί να εκδηλωθεί με ποικίλους τρόπους. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν ενοχλήσεις από το ουροποιητικό σύστημα όπως:

  • Συχνουρία
  • Αίσθημα ατελούς αδειάσματος της κύστης
  • Κάψιμο ή φαγούρα στην ουρήθρα
  • Δυσχέρεια στην ούρηση
  • Ακαθόριστος πόνος στην κατώτερη κοιλιά, τους όρχεις, το περίνεο, την εσωτερική πλευρά των μηρών ή και τη ράχη.

Για να θεωρηθεί ο πυελικός πόνος ως χρόνιος θα πρέπει να είναι συνεχής και μόνιμος για διάστημα 3-6 μηνών.

Σε ορισμένους ασθενείς παρατηρείται:

  • Mια μόνιμη ενόχληση ή πόνος κατά την εκσπερμάτιση
  • Aίμα στο σπέρμα (αιμοσπερμία)
  • Δυσάρεστη οσμή
  • Αλλοιωμένο χρώμα ή κροκυδώσεις του σπέρματος (εικόνα “ζελέ”)
  • Πρόωρη εκσπερμάτιση ή/και στυτική δυσλειτουργία

 

 

Λόγοι που οδηγούν στην Χρόνια Προστατίτιδα

«Ένας από τους λόγους που οδηγούν στη Χρόνια Προστατίτιδα είναι η εγκατάσταση και ο πολλαπλασιασμός εντός του προστάτη μικροβιακών στελεχών που πυροδοτούν τη φλεγμονή, η οποία συχνά εξελίσσεται με ήπιο τρόπο και μεταπίπτει σε χρόνια κατάσταση. Τα μικρόβια είναι είτε εντερικής προέλευσης (κολοβακτηρίδιο, εντερόκοκκος, πρωτέας, κλεμπσιέλλα, διάφορα αναερόβια), είτε άτυπα (χλαμύδια, μυκόπλασμα, ουρεάπλασμα) που μέσω της ουρήθρας μολύνουν τα προστατικά αδένια, όπου και εκλύεται εστιακή φλεγμονή», σημειώνει ο κ. Ζούμπος.

 

 

Μύθος ότι δε θεραπεύεται η Χρόνια Προστατίτιδα

Η αντιμετώπιση της χρόνιας προστατίτιδας είναι εφικτή και είναι μύθος ότι δε θεραπεύεται, όπως συχνά λέγεται.

Όπως εξηγεί ο κ. Ζούμπος, δεδομένου ότι οι ακριβείς αιτιοπαθογενετικοί μηχανισμοί όλων των μορφών της νόσου δεν είναι εντελώς γνωστοί, δεν υπάρχει μία και μοναδική θεραπεία για όλες τις περιπτώσεις. Χρειάζεται όμως ο ασθενής να έχει κατά νου τρεις γενικές παραδοχές:

  • Η θεραπεία είναι συνήθως μακροχρόνια και εμπλέκει τον ίδιο τον ασθενή με αλλαγές στον τρόπο ζωής του και ανάληψη ενεργού ρόλου σε αυτή.
  • Υπάρχει πάντοτε η πιθανότητα επανεμφάνισης ενοχλήσεων (υποτροπή) σε μη προβλεπτό χρόνο
  • Οι ενδεχόμενες ψυχικές διαταραχές των ασθενών (άγχος, κατάθλιψη, φοβίες) θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και να αντιμετωπίζονται σε συνεργασία με γιατρούς της αντίστοιχης ειδικότητας (ψυχίατροι/ψυχοθεραπευτές).

 

 

6 συμβουλές για αντιμετώπιση του άλγους

Στους άνδρες με χρόνιο πυελικό άλγος συνιστάται:

  1. Η λήψη άφθονων υγρών (κυρίως νερού και σόδας)
  2. Αποχή από το αλκοόλ, αποφυγή κατανάλωσης καυτερών και ερεθιστικών τροφών (τσίλι, ταμπάσκο, μπούκοβο, πιπεριά κλπ)
  3. Η θέρμανση του περινέου με θερμά λουτρά ή θερμοφόρα
  4. Η τακτική εκσπερμάτιση χωρίς παρατεταμένη διέγερση
  5. Μαλάξεις προστάτη. Η εκτέλεση από τον Ουρολόγο μαλάξεων του προστάτη αποτελεί μια παλαιά πρακτική, που προσφέρει θεραπευτικό όφελος. Ενδείκνυται ιδιαίτερα στους ασθενείς με μη βακτηριακές φλεγμονές, όπου ο προστάτης διαπιστώνεται συμφορημένος και επώδυνος κατά τη δακτυλική εξέταση. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι η μάλαξη του προστάτη αντενδείκνυται στις οξείες (εμπύρετες) καταστάσεις και οφείλει να είναι ήπια και προσεκτική. Η βίαιη πίεση του προστάτη ενέχει τον κίνδυνο μικροβιαιμίας, τραυματισμού της ουρήθρας (κίνδυνος στενώματος) και κακώσεων του ορθού.
  6. Προφύλαξη. Η χρήση προφυλακτικού κατά τη σεξουαλική επαφή είναι ενδεδειγμένη, καθώς απομακρύνει τον κίνδυνο επαφής με νέα μικροβιακά στελέχη κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Πρέπει να σημειωθεί ότι μολονότι δεν πρόκειται για σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, σε περίπτωση ενοχλήσεων της σεξουαλικής συντρόφου καλό θα ήταν να γίνει έλεγχος αυτής από τον γυναικολόγο.