Μειώνονται τα κρούσματα HIV στην Ελλάδα, όπως προκύπτει από τα προκαταρκτικά στοιχεία που δημοσιοποίησε για το 2022 ο ΕΟΔΥ, τονίζοντας  όμως, πως δεν επιτρέπεται εφησυχασμός.

Σύμφωνα με τα στοιχεία την περίοδο 1/1/22 – 31/10/22 διαγνώστηκαν και δηλώθηκαν στον ΕΟΔΥ 430 νέα περιστατικά HIV λοίμωξης (4,0 ανά 100.000 πληθυσμού), εκ των οποίων τα 343 (79,8%) αφορούν σε άνδρες και τα 87 (20,2%) σε γυναίκες.

«Οι νέες διαγνώσεις HIV ανά 100.000 πληθυσμού για την περίοδο αυτή, φαίνεται να κυμαίνονται σε χαμηλότερα επίπεδα συγκριτικά με εκείνες που δηλώθηκαν τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα των 11 προηγούμενων ετών», αναφέρει η έκθεση.

Στην ίδια όμως έκθεση τονίζεται ότι «η μείωση που παρατηρείται στις νέες διαγνώσεις του HIV/AIDS κατά τους δέκα μήνες του 2022 θα πρέπει να ερμηνευτεί με προσοχή», εξηγώντας πως θα πρέπει να αναμένουμε και την αποστολή των δηλώσεων από τους υγειονομικούς φορείς της χώρας για το σύνολο του έτους.

Όπως ανέφερε σε συνέντευξη τύπου ενόψει του 34ου Πανελλήνιου Συνεδρίου AIDS, ο Λοιμωξιολόγος, Μάριος Λαζανάς  η μείωση των κρουσμάτων επιτυγχάνεται χάρη στην πιο έγκυρη διάγνωση, αλλά και στην αποτελεσματικότητα των θεραπειών που μειώνουν τόσο το ιικό φορτίο που καθίσταται μη ανιχνεύσιμο, εμποδίζοντας τις μεταδόσεις και τη διασπορά, ενώ έχουν περιοριστεί και ο αριθμός που συνδεόταν με τις μεταναστευτικές ροές.

Σύμφωνα με την καθηγήτρια Βιοστατιστικής και Επιδημιολογίας Γιώτα Τουλούμη, η εικόνα δεν ξεκάθαρη και τα στοιχεία οδηγούν σε διφορούμενα αποτελέσματα. Όπως εξήγησε, στο πλαίσιο συνέντευξης τύπου για το 34ο Πανελλήνιο Συνέδριο AIDS, δεν είναι σαφές αν πρόκειται όντως για αποτέλεσμα της αποφυγής επικίνδυνων συμπεριφορών, που οδηγούν στην μετάδοση του ιού ή ουσιαστικά μιλάμε για υποδιάγνωση, δηλαδή για αποτέλεσμα λιγότερων τακτικών ελέγχων, ειδικά από τις πλέον ευάλωτες ομάδες πληθυσμού, όπως οι τοξικοεξαρτημένοι.

Βάσει της έκθεσης του ΕΟΔΥ, τα περισσότερα περιστατικά, που διαγνώσθηκαν και δηλώθηκαν τους δέκα μήνες του 2022, αφορούσαν σε άτομα που μολύνθηκαν μέσω της απροφύλακτης σεξουαλικής επαφής, κυρίως μεταξύ ανδρών.

«Ειδικότερα, οι 202 (46,98%) νέες HIV διαγνώσεις αφορούν σε άνδρες που είχαν απροφύλακτες σεξουαλικές επαφές με άνδρες (ΑΣΑ), ενώ οι 94 (21,86%) αφορούν σε άτομα που μολύνθηκαν μέσω της απροφύλακτης ετεροφυλοφιλικής σεξουαλικής επαφής».

«Η από κοινού χρήση ενδοφλέβιων εξαρτησιογόνων ουσιών δηλώθηκε ως πιθανός τρόπος μόλυνσης για 52 (12,09%) νέα περιστατικά», προσθέτουν οι συντάκτες της μελέτης.

Όπως σημειώνεται,  «κατά τους 10 μήνες του 2022 διαγνώστηκαν και δηλώθηκαν 5 περιστατικά κάθετης μετάδοσης του ιού, αλλοδαπής εθνικότητας, εκ των οποίων μόνο το ένα γεννήθηκε στην Ελλάδα το 2022. Τα υπόλοιπα τέσσερα είχαν μολυνθεί κατά τη γέννηση στη χώρα προέλευσής τους.

Διαχρονικά οι νέες διαγνώσεις HIV αφορούν στην πλειοψηφία τους σε άτομα ελληνικής εθνικότητας. Από το 2012 σημειώνεται σταδιακή μείωση των νέων περιστατικών HIV ελληνικής εθνικότητας, η οποία συμβαδίζει με την τάση που έχει παρατηρηθεί στο σύνολο των ετήσιων νέων διαγνώσεων. Οι νέες διαγνώσεις ατόμων αλλοδαπής εθνικότητας μειώθηκαν σταδιακά κατά το χρονικό διάστημα 2013-2015, ενώ από το 2016 μέχρι το 2019 καταγράφεται αύξηση. Από το έτος 2020 παρατηρείται μείωση των νέων διαγνώσεων τόσο στα άτομα αλλοδαπής όσο και στα άτομα ελληνικής εθνικότητας.

Από το 2017 έως το 2021, η πλειοψηφία των νέων διαγνώσεων αλλοδαπής εθνικότητας αφορούν σε άτομα προερχόμενα από την Υποσαχάριο Αφρική και την Κεντρική Ευρώπη. Το 2022 υπερτερούν και πάλι τα περιστατικά από την Υποσαχάριο Αφρική, και ακολουθούν οι διαγνώσεις ατόμων από την Ανατολική Ευρώπη.

Στη διάρκεια της συνέντευξης τύπου για το συνέδριο που γίνεται με την ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας κατά του AIDS επισημάνθηκε πως πέραν των αποτελεσματικών θεραπειών, θετική εξέλιξη ειδικά για τη χώρα μας είναι και η υιοθέτηση της PrEP, της προφυλακτικής αγωγής.

Από την άλλη βέβαια, τονίστηκε μετ’ επιτάσεως η σοβαρή υποστελέχωση των μονάδων λοιμώξεων, που δέχθηκαν επιπλέον ασύμμετρη πίεση εν μέσω της πανδημίας της COVID-19. Αν και η χορήγηση των αντιρετροϊκών θεραπειών συνεχίστηκε κανονικά, παρατηρήθηκε πως λιγότερα άτομα με HIV απευθύνονταν στα νοσοκομεία και τις μονάδες.

Σύμφωνα με τους ειδικούς ένα ακόμη σημαντικό εμπόδιο συνιστά και η μη αξιοποίηση των δυνατοτήτων που παρέχουν τα self test για τη νόσο, καθώς εκτιμάται ότι θα ενίσχυε την έγκαιρη διάγνωση της νόσου.

Όπως ανέφερε ο Καθηγητής Παθολογίας – Λοιμωξιολόγος Χαράλαμπος Γώγος, θα πρέπει να αλλάξει η νομοθεσία που απαγορεύει την εισαγωγή τους και θα πρέπει τα συγκεκριμένα self test να διατίθενεται σε φαρμακεία ή/και δομές, προσβάσιμα ιδιαίτερα στις ευάλωτες ομάδες.

Η διάθεση self test στη χώρα μας θα πρέπει να συνοδευτεί με την ίδρυση μια γραμμής υποστήριξης, που θα βοηθήσει όσους και όσες βγαίνουν θετικοί-ες να αντιμετωπίσουν την κατάσταση.

Μοιραστείτε το άρθρο.